Πάμε κάμποσα χρόνια πίσω όταν τη μαγεία που είχαμε στο σπιτικό μας μπορούσε να τη συναγωνιστεί μόνο η πένα της Ρόουλινγκ. Τότε που ήμασταν μικρά παιδάκια κι ευτυχισμένα.
Τότε, στα μέσα του Δεκέμβρη, μας έλεγαν οι γονείς μας ότι έπρεπε να γράψουμε το καθιερωμένο γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Έγραφα ό,τι μου κατέβαινε στο μυαλό. Μα θυμάμαι είχα ζητήσει μέσα στα άλλα μια ψεύτικη κουκουβάγια που να τρώει ψεύτικα ποντίκια. Πως στο καλό θα ερχόταν στα χέρια μου τέτοιο πράγμα και από που; Αλλά ήμουν παιδί με πολλή φαντασία. Μόλις σφραγίζαμε τους φακέλους, τους τοποθετούσαμε στο παράθυρο, κοιμόμασταν κι όταν ξυπνούσαμε το πρωί είχαν εξαφανιστείΠοιος να τους είχε πάρει; Το δέντρο εμείς, δλδ ο Άγιος Βασίλης δηλαδή η μαμά με τον Άγιο Βασίλη δηλαδή η μαμά μόνη της, το στολίζαμε την Παραμονή των Χριστουγέννων, έθιμο που κρατάει από Αυστρία, και γενικά για εμάς η σημαντικότερη ημέρα των εορτών ήταν η Παραμονή.
Η μέρα ξεκινούσε από πολύ πρωί όταν ετοιμαζόμασταν να πάμε να πούμε τα κάλαντα. Εγώ πάντα κανόνιζα να πάω με μια φίλη μου, το πρωί όμως ακολουθούσε ο παρακάτω διάλογος:
Εγώ: Εγώ φεύγω τώρα.
Γονείς: Που πας;
Εγώ: Με το φίλο μου για τραγούδι.
Γονείς: Με την αδερφή σου θα πας.
Εγώ: Μα έχω κανονίσει.
Γονείς: Δεν πειράζει, θα πάρεις την αδερφή σου να πας, αλλιώς θα κάτσεις σπίτι.
Εγώ: Μααα...
Μπαμπάς: Μίλησα
Εγώ: Μαααααα.....
Ε με τα πολλά, με τα λίγα έπαιρνα τη μικρή μου αδερφή και πηγαίναμε. Πηγαίναμε σε μερικά σπίτια, μου περνούσαν τα νεύρα, μετά πηγαίναμε να πάρουμε τυρόπιτα να φάμε για να πάρουμε δυνάμεις και συνεχίζαμε με τα τρίγωνα στο χέρι. Οι άνθρωποι στη δεκαετία του 90 ήταν καλοί κι ευγενικοί. Μας άνοιγαν τις πόρτες των σπιτιών τους όλο χαμόγελο και ποτέ κανείς (άντε εκτός από μία πλούσια τσιγγούνα) δεν μας είπε "δεν έχω να σας δώσω". Εκείνοι όμως που μας έδιναν τα περισσότερα δεν ήταν κάτοχοι καταπιστεύματος. Είχαν τα πιο ταπεινά σπίτια, όμως έδειχαν πιο πλούσιοι από εκείνους που φαινομενικά είχαν τα πάντα.
Όταν μαζεύαμε ένα άλφα χρηματικό ποσό πηγαίναμε κατευθείαν να αγοράσουμε δώρο για τους γονείς και τη γιαγιά και μετά βουρ για το σπίτι ενθουσιασμένες για αυτό που θα ακολουθούσε. Έφτανε το απόγευμα και το σπίτι ήταν έτοιμο να υποδεχτεί τον Αγιο Βασίλη. Αυτός ο ενθουσιασμός που νιώθαμε... Ανυπομονούσαμε να μας πει ο μπαμπάς να μπούμε στο αυτοκίνητο. Μόνο μια χρονιά μας άφησαν στην αυλή να περιμένουμε μέχρι να έρθει ο Αγιος και να στολίσει το δέντρο και να φέρει τα δώρα, και ήταν τότε που ακούσαμε τα καμπανάκια από το έλκυθρο του Αγίου και για χρόνια ήμασταν σίγουρες ότι τα είχαμε ακούσει. Μόλις σουρούπωσε μας είπε ο μπαμπάς να μπούμε στο αυτοκίνητο. Κάθε χρόνο, εκείνη την ημέρα, μας πήγαινε μια μεγάλη βόλτα με το αυτοκίνητο και δεν σταματούσε κατά τη διάρκεια της βόλτας να μας λέει παραμύθια και να μας δίνει απαντήσεις για το πως είναι από κοντά ο Άγιος Βασίλης και γιατί δεν κάνει να τον δούμε.
Ξέραμε ότι φεύγαμε από το σπίτι για να έρθει αυτός ο καλός μαγικός κυριούλης, να στολίσει το δέντρο και να μας φέρει δώρα. Όταν επιστρέφαμε από τη βόλτα περιμέναμε το οκ από τη μαμά για να μπούμε στο σπίτι κι όταν μπαίναμε... αστραφτερά ματάκια και κατακόκκινα μάγουλα από τη χαρά και την έξαψη. Πυρσοί αναμμένοι (σαν αυτούς με τις σπίθες που βάζουν στις τούρτες), χριστουγεννιάτικα κάλαντα και δώρα. Πολλά δώρα Μικρά, μεσαία, μεγάλα. Κι ένα όμορφα στολισμένο δέντρο που τότε φάνταζε τεράστιο στα μάτια μου. Ανοίγαμε με τα δώρα με μεγάλη χαρά και μετά καθόμασταν όλοι μαζί και τρώγαμε σαν να μην υπάρχει αύριο. Οπωσδήποτε σνίτσελ και πατατοσαλάτα στο τραπέζι, αλλιώς δεν ήταν Χριστούγεννα Οι γονείς μας πάντα έκαναν μαγικά τα Χριστούγεννα και τους ευχαριστώ για αυτό γιατί έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις. Εύχομαι ολόψυχα κι εγώ με τη σειρά μου σε όλο τον κόσμο να έχει όμορφες γιορτές με ειρήνη και με μπόλικη μαγεία και να αγαπάμε ο ένας τον άλλο και να το δείχνουμε γιατί αγάπη χωρίς πράξεις δεν είναι αγάπη. Καλά Χριστούγεννα ♥
Εγώ: Εγώ φεύγω τώρα.
Γονείς: Που πας;
Εγώ: Με το φίλο μου για τραγούδι.
Γονείς: Με την αδερφή σου θα πας.
Εγώ: Μα έχω κανονίσει.
Γονείς: Δεν πειράζει, θα πάρεις την αδερφή σου να πας, αλλιώς θα κάτσεις σπίτι.
Εγώ: Μααα...
Μπαμπάς: Μίλησα
Εγώ: Μαααααα.....
Ε με τα πολλά, με τα λίγα έπαιρνα τη μικρή μου αδερφή και πηγαίναμε. Πηγαίναμε σε μερικά σπίτια, μου περνούσαν τα νεύρα, μετά πηγαίναμε να πάρουμε τυρόπιτα να φάμε για να πάρουμε δυνάμεις και συνεχίζαμε με τα τρίγωνα στο χέρι. Οι άνθρωποι στη δεκαετία του 90 ήταν καλοί κι ευγενικοί. Μας άνοιγαν τις πόρτες των σπιτιών τους όλο χαμόγελο και ποτέ κανείς (άντε εκτός από μία πλούσια τσιγγούνα) δεν μας είπε "δεν έχω να σας δώσω". Εκείνοι όμως που μας έδιναν τα περισσότερα δεν ήταν κάτοχοι καταπιστεύματος. Είχαν τα πιο ταπεινά σπίτια, όμως έδειχαν πιο πλούσιοι από εκείνους που φαινομενικά είχαν τα πάντα.
Όταν μαζεύαμε ένα άλφα χρηματικό ποσό πηγαίναμε κατευθείαν να αγοράσουμε δώρο για τους γονείς και τη γιαγιά και μετά βουρ για το σπίτι ενθουσιασμένες για αυτό που θα ακολουθούσε. Έφτανε το απόγευμα και το σπίτι ήταν έτοιμο να υποδεχτεί τον Αγιο Βασίλη. Αυτός ο ενθουσιασμός που νιώθαμε... Ανυπομονούσαμε να μας πει ο μπαμπάς να μπούμε στο αυτοκίνητο. Μόνο μια χρονιά μας άφησαν στην αυλή να περιμένουμε μέχρι να έρθει ο Αγιος και να στολίσει το δέντρο και να φέρει τα δώρα, και ήταν τότε που ακούσαμε τα καμπανάκια από το έλκυθρο του Αγίου και για χρόνια ήμασταν σίγουρες ότι τα είχαμε ακούσει. Μόλις σουρούπωσε μας είπε ο μπαμπάς να μπούμε στο αυτοκίνητο. Κάθε χρόνο, εκείνη την ημέρα, μας πήγαινε μια μεγάλη βόλτα με το αυτοκίνητο και δεν σταματούσε κατά τη διάρκεια της βόλτας να μας λέει παραμύθια και να μας δίνει απαντήσεις για το πως είναι από κοντά ο Άγιος Βασίλης και γιατί δεν κάνει να τον δούμε.
Ξέραμε ότι φεύγαμε από το σπίτι για να έρθει αυτός ο καλός μαγικός κυριούλης, να στολίσει το δέντρο και να μας φέρει δώρα. Όταν επιστρέφαμε από τη βόλτα περιμέναμε το οκ από τη μαμά για να μπούμε στο σπίτι κι όταν μπαίναμε... αστραφτερά ματάκια και κατακόκκινα μάγουλα από τη χαρά και την έξαψη. Πυρσοί αναμμένοι (σαν αυτούς με τις σπίθες που βάζουν στις τούρτες), χριστουγεννιάτικα κάλαντα και δώρα. Πολλά δώρα Μικρά, μεσαία, μεγάλα. Κι ένα όμορφα στολισμένο δέντρο που τότε φάνταζε τεράστιο στα μάτια μου. Ανοίγαμε με τα δώρα με μεγάλη χαρά και μετά καθόμασταν όλοι μαζί και τρώγαμε σαν να μην υπάρχει αύριο. Οπωσδήποτε σνίτσελ και πατατοσαλάτα στο τραπέζι, αλλιώς δεν ήταν Χριστούγεννα Οι γονείς μας πάντα έκαναν μαγικά τα Χριστούγεννα και τους ευχαριστώ για αυτό γιατί έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις. Εύχομαι ολόψυχα κι εγώ με τη σειρά μου σε όλο τον κόσμο να έχει όμορφες γιορτές με ειρήνη και με μπόλικη μαγεία και να αγαπάμε ο ένας τον άλλο και να το δείχνουμε γιατί αγάπη χωρίς πράξεις δεν είναι αγάπη. Καλά Χριστούγεννα ♥
