
Όταν μετράς την ώρα οι δείκτες μοιάζουν παγωμένοι, μα αν την αφήσεις να κυλήσει η ζωή σου αν την κοιτάξεις, μοιάζει άδεια. Έτσι έμεινα εγώ και ο χρόνος που σπάταλησα, ξεχασμένοι, παγωμένοι, ούτε ο ήλιος δεν μπορούσε να αγγίξει την κρύα μας καρδιά. Είναι στιγμές της ζωής σκληρές, μα σημαντικές που με άλλαξαν, που με χτύπησαν, μου έμαθαν να σηκώνομαι, μα πιο σημαντικά άνθρωποι που με άγγιξαν και με έκαναν αυτό που είμαι. Ένας τέτοιος άνθρωπος είσαι και εσύ, που ελπίζω να το διαβάσεις αυτό τώρα, μπορεί ο χρόνος να κύλησε, να χάθηκε ή να ξεχάστηκε μα οι αναμνήσεις όση σκουριά και αν πιάσει το μυαλό ζουν φωλιασμένες στο στήθος, κοντά στην καρδιά. Είναι περίεργο πως μια ανάμνηση όσο αδύναμη, όσο σύντομη και αν είναι είναι ικανή να σου προκαλέσει τρέμουλο, να γίνει δάκρυ στα μάτια σου, ή ακόμα και να κλέψει ένα χτύπο απ'την καρδιά σου. Μα έτσι είναι οι αναμνήσεις μου, είμαι φτωχός, γιατί ο πλούτος μου βρίσκεται στην καρδιά σου, είμαι τυφλός γιατί το φως μου βρίσκεται στην ματιά σου, και τώρα πια ψυχικά νεκρός γιατί φεύγεις και βλέπω μόνο τη σκιά σου. Για τελευταία φορά θα δω τα μάτια που αγαπάω, για τελευταία φορά θα τα κοιτάξω και θα πω πως δεν πονάω, και όλα τα λόγια που κρατούσα μες στο στήθος θα τα πνίξω, ήσουν το όνειρο που δεν κατάφερα να αγγίξω. Είναι μοιραίο μάλλον οι πιο σημαντικοί άνθρωποι να μπορούν να σου δώσουν μόνο την απουσία τους στη ζωή σου, μια απουσία αμείλικτη, και ένα κενό που δεν μπορεί να αναπληρωθεί. Ακόμα και αν η μνήμη ξεχάσει και θαμπώσουν οι φωτογραφίες, ακόμα και αν η καρδιά μου γεράσει και ξεχάσει τις δικές μας ιστορίες, θα γυρνάω κάποιο βράδυ τις σελίδες απ'το βιβλίο, δεν ξεχνάν ποτέ οι λέξεις πόσο κοστίζει ένα "αντίο". Και αν λυγίσω και αν πέσω με τα μάτια δακρυσμένα, μην φοβάσαι έχω μάθει τα όνειρα μου να κρατώ θαμμένα. Έτσι έμαθα να ζω, για εσένα, δεν θέλω τα λόγια μου να σε πληγώσουν και ας με σκοτώνει, οι αναμνήσεις ας προσπαθούν να χαρακώσουν η καρδιά μου έμαθε να αντέχει μόνη. Θυμάμαι τα μάτια σου, και ψάχνω να βρω τον ουρανό μου, θυμάμαι τη φωνή σου και ψάχνω να βρω τον ρυθμό της καρδιάς μου, μα ξεχνάω πόσες φορές άνοιξα τα φτερά μου και μου τα κόψανε, ξεχνάω πόσες φορές έδωσα ένα κομμάτι απ'την καρδιά μου και μετά μάζευα στο κρύο τα κομμάτια του. Δεν ξέρω τι προσπάθησε η ζωή να μου μάθει φέρνοντας σε εδώ, αν προσπαθεί να μου μάθει κάτι παίρνοντας σε μακριά μου, δεν έμαθα να ζω με την απουσία σου απ'τη ζωή μου, απλά αναγκάστηκα να συνηθήσω τον πόνο που αυτή μου προκαλούσε. Φόρεσα το χαμόγελο που ο κόσμος θέλει να βλέπει, χρησιμοποιήσα τις λέξεις που θέλησε να ακούει, μα αν κοιτούσες καλύτερα τα μάτια μου, αν σε ένοιαζε λίγο περισσότερο η καρδιά μου, θα έβλεπες τον κόσμο μου να γκρεμίζεται κομμάτι κομμάτι, θα έβλεπες πίσω απ'το χαμόγελο της ψυχής μου το δάκρυ, πίσω απ'τις λέξεις την πιο δυνατή κραυγή σιωπής, ίδια με αυτή στην οποία με άφησες να ζω. Γύρισες όμως την πλάτη αντί να με κοιτάξεις, και αυτή ήταν η τελευταία σου εικόνα που κράτησα στο μυαλό μου, και αν λύγισα και τα μάτια μου την αποτύπωσαν θολή στην καρδιά μου, το συναίσθημα της πίκρας μένει αναλείωτο, η γεύση της άφησε τα χείλη μου και σαν δηλητήριο έφτασε στην ψυχή μου. Έτσι εγώ και ο χρόνος χάσαμε, το τρένο της ζωής δεν το προφτάσαμε. Ίσως ο κόσμος αυτός, να μην έχει ανάγκη πια την αγάπη που προσφέρω, έναν άνθρωπο με ειλικρινά αισθήματα που αφήνει την αυτοθυσία και όχι τα λόγια για να τα αποδείξουν. Μάλλον κατέβηκα σε λάθος στάση, στο κόσμο που το "φαίνεσαι" κερδίζει το "είσαι" και αναρωτιέμαι τι με κρατάει εδώ? Οι αναμνήσεις σου αποστράγγισαν την τελευταία σταγόνα λογικής, μα ο χρόνος πάντα κυλά, δεν περιμένει ποτέ για κανέναν, η ζωή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση του "τώρα" ούτε του πριν, ούτε του μετά, είναι η ύπαρξη μας μια ψευδαίσθηση καθηλωμένη στο τώρα. Τώρα κλεινω λοιπόν τα μάτια και ξαφνικά θυμάμαι, η στάση που κατέβηκα έγραφε "προορισμός" φαντάζομαι λοιπόν ότι για εσένα δεν ήμουν καν ένας σταθμός ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου